αὐθάδη

αὐθά̱δη , αὐθάδης
self-willed
neut nom/voc/acc pl (attic epic doric)
αὐθά̱δη , αὐθάδης
self-willed
masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic)
αὐθά̱δη , αὐθάδης
self-willed
masc/fem acc sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • RETORRIDAE Mentes — apud ael. Lamprid. in Alexandro Seu. c. 59. Verum Gallicanae mentes, us sese habent duraeac retorridae et saepe Imperatoribus graves, severitatem hominis non tulerunt: sunt asperae ac difficiles et intractabiles inflexibilesque; metaphorâ ductâ a …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αυθαδικός — αὐθαδικὸς, ή, όν (Α) [αυθάδης] αυτός που έχει αυθάδη, αγέρωχο τρόπο …   Dictionary of Greek

  • εφηβεία — Περίοδος της ζωής του ανθρώπου η οποία –ανάλογα με το άτομο– διαρκεί περίπου επτά χρόνια. Ξεκινά κατά την ηλικιακή περίοδο μεταξύ 11 και 14 ετών και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φάσεις της εξελικτικής ηλικίας. Χαρακτηρίζεται από… …   Dictionary of Greek

  • καίπερ — (AM καίπερ) (σύνδ. εναντ. συν. με μτχ.) αν και, μολονότι, καίτοι (α. «καίπερ χριστιανός, εμίσει... τους ομοθρήσκους του», Παπαδ. β. «καίπερ αὐθάδη φρονῶν», Αισχ. γ. «καὶ νέκυός περ ἐόντος» Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < και (Ι) + βεβαιωτικό μόριο περ] …   Dictionary of Greek

  • υπέρκοπος — ον, Α 1. αυτός που υπερβαίνει κάθε μέτρο, κάθε όριο 2. (κατ επέκτ.) θρασύς, αυθάδης, αλαζονικός 3. υπερβολικά κουρασμένος, κατάκοπος. επίρρ... ὑπερκόπως Α με υπέρμετρα αυθάδη ή αλαζονικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπερ * + κοπος (< κόπος < κόπτω) …   Dictionary of Greek

  • φιλοθερσίτης — ὁ, Α πιθ. αυτός που τρέφει φιλικά αισθήματα για τον Θερσίτη, πρόσωπο τής Οδύσσειας που ταυτίστηκε με τον αυθάδη και τον επικριτικό άνθρωπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + θερσίτης] …   Dictionary of Greek

  • θερσίτης — Μυθολογικό πρόσωπο. Ο πιο δύσμορφος και πιο αναιδής από τους Έλληνες που εκστράτευσαν στην Τροία. Ο Όμηρος (Β’ 274 360) τον περιγράφει στραβοπόδη, κουτσό, καμπούρη, με κακόσχημο κεφάλι και αραιά μαλλιά, ενώ τον παρουσιάζει ως αυθάδη, δειλό και… …   Dictionary of Greek

  • αποθρασύνω — υνα, ύνθηκα, κάνω κάποιον θρασύ, αυθάδη: Η ευγένεια και η καλοσύνη του είχαν αποθρασύνει μερικούς. Ουσ. αποθράσυνση, η το να αποθρασυνθεί κάποιος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.